'βάδιζε

ἐβάδιζε , βαδίζω
walk
imperf ind act 3rd sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • βάδιζε — βαδίζω walk pres imperat act 2nd sg βαδίζω walk imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • βάδιζ' — βάδιζε , βαδίζω walk pres imperat act 2nd sg βάδιζε , βαδίζω walk imperf ind act 3rd sg (homeric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • грѧсти — ГРѦ|СТИ (246), ДОУ, ДЕТЬ гл. 1. Идти, шествовать, направляться: и се видѣша мъножьство чьрьнорзьць исходѩщь отъ ветъхы˫а цр҃кве. и бѩхɤть грѩдѹще на нареченоѥ || мѣсто. ЖФП XII, 56в–г; птицѩ бо нб҃сьны˫а покарѩютьсѩ чл҃вкѹ. и рыбы морьскы˫а. и не …   Словарь древнерусского языка (XI-XIV вв.)

  • Ικάριος — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν πατέρας της Πηνελόπης, γιος του Περιήρη και της κόρης του Περσέα, Γοργοφόνης, αδελφός του Τυνδάρεω, του Λεύκιππου και του Αφα ρέα. Σύμφωνα με κάποια άλλη εκδοχή ήταν γιος του Οίβαλου, γιου του Περιήρη, και της νύμφης… …   Dictionary of Greek

  • άδραστος — I Όνομα μυθολογικών προσώπων. 1. Βασιλιάς του Άργους, γιος του Ταλαού και της Λυσιμάχης, κόρης του Άβαντα. Αδελφοί του ήταν ο Παρθενοπαίος, ο Πρώναξ, o Μηκιστεύς κι ο Αριστόμαχος. Αδελφή του ήταν η Εριφύλη. O Ταλαός σκοτώθηκε από τον συγγενή του… …   Dictionary of Greek

  • αγησίλαος — I Όνομα βασιλιάδων της Σπάρτης. 1. Α. Α’ (10ος 9ος αι. π.Χ.). Δεν υπάρχουν σαφείς πληροφορίες για τη ζωή και τη δράση του. Κατά τον Παυσανία, στα χρόνια του εφαρμόστηκαν οι νόμοι του Λυκούργου. Κατά τον Απολλόδωρο, βασίλευσε από το 920 έως το 877 …   Dictionary of Greek

  • επίκουρος — (Σάμος ή Αθήνα 341 π.Χ. – Αθήνα 270 π.Χ.). Φιλόσοφος. Παρακολούθησε τη διδασκαλία του πλατωνικού Παμφίλου, του Ξενοκράτη, του περιπατητικού Πραξιφάνη, ύστερα του Ναυσιφάνη, μαθητή του Δημόκριτου, και του Πύρρωνα, κάθε φορά ανάλογα με τον τόπο… …   Dictionary of Greek

  • επικτυπώ — ἐπικτυπῶ, έω (AM) προκαλώ θόρυβο χτυπώντας επάνω σε κάτι (α. «τοῑν ποδοῑν ἐπικτυπῶν βάδιζε», Αριστοφ. β. σάκεα ξιφέεσσιν ἐπέκτυπον, Απολλ. Ρόδ.) μσν. καταφέρω χτυπήματα αρχ. αντηχώ («πᾱς δ’ ἐπεκτύπησ’ Ὄλυμπος») …   Dictionary of Greek

  • ιεροσκοπία — Κλάδος της ιερομαντείας που απέβλεπε στην εξέταση των ιερών, δηλαδή των σφαγίων που προσφέρονταν στον θεό. Ο τρόπος που βάδιζε το θύμα προς τον βωμό, οι κραυγές του ή η αφωνία του τη στιγμή της σφαγής αποτελούσαν ενδείξεις στις οποίες βασίζονταν… …   Dictionary of Greek

  • κουβούκλης — ο (Μ κουβούκλης) (εκκλησιαστικό αξίωμα) 1. αξιωματούχος που ανήκε στην προσωπική υπηρεσία άρχοντα ή αρχιερέα και κοιμόταν στον κοιτώνα του 2. αυτός που κρατούσε την αρχιερατική ράβδο όταν ο αρχιερέας βάδιζε ή ίππευε. [ΕΤΥΜΟΛ. Λ. λατ. προελεύσεως… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.